Δείξε μου πόση βιταμίνη D έχεις στη μέση ηλικία, να σου πω πώς θα είναι ο εγκέφαλός σου δεκαετίες αργότερα Ημερομηνία:
Σήμερα 9/4/2026, 15:04 - Εμφανίσεις: 20
Τα επίπεδα σε βιταμίνη D ενός ατόμου στη μέση ηλικία φαίνεται να παίζουν μεγαλύτερο ρόλο στη μακροπρόθεσμη υγεία του εγκεφάλου του από ό,τι πίστευαν μέχρι σήμερα οι επιστήμονες.
Αυτό έδειξε μακροπρόθεσμη μελέτη στην οποία παρακολουθήθηκαν περί τα 800 άτομα για διάστημα άνω των 16 χρόνων.
Με βάση τα ευρήματα της μελέτης, που δημοσιεύθηκε στο «Νeurology Open Access» της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, τα άτομα με τα υψηλότερα επίπεδα σε βιταμίνη D στην ηλικία των 30 και 40 χρόνων εμφάνιζαν και τα χαμηλότερα επίπεδα της πρωτεΐνης ταυ, που αποτελεί δείκτη-«κλειδί» της άνοιας.
Τροποποιήσιμος παράγοντας κινδύνου «Τα ευρήματα αυτά μαρτυρούν ότι τα υψηλότερα επίπεδα βιταμίνης D στη μέση ηλικία μπορούν να προσφέρουν προστασία ενάντια στην εναπόθεση πρωτεΐνης ταυ στον εγκέφαλο καθώς και ότι τα χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D μπορούν πιθανώς να αποτελούν παράγοντα κινδύνου για άνοια.
Ενας παράγοντας κινδύνου που θα μπορούσε να τροποποιηθεί ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος άνοιας» δήλωσε ο δρ Μάρτιν Ντέιβιντ Μάλιγκαν από το Πανεπιστήμιο του Γκόλγουεϊ στην Ιρλανδία προσθέτοντας ωστόσο ότι «τα αποτελέσματα αυτά χρειάζεται να επιβεβαιωθούν από περαιτέρω έρευνες».googletag.cmd.push(function() { googletag.display("300x250_m1"); });googletag.cmd.push(function() {googletag.display("300x250_middle_1")}) Στο πλαίσιο της νέας μελέτης παρακολουθήθηκαν 793 ενήλικοι με μέση ηλικία τα 39 έτη που δεν εμφάνιζαν άνοια κατά την έναρξή της.
Οι ερευνητές μέτρησαν τα επίπεδα σε βιταμίνη D στο αίμα των εθελοντών στην αρχή της μελέτης.
Καταγραφή των δύο πρωτεϊνών-«κλειδιών» της Αλτσχάιμερ Περί τα 16 χρόνια αργότερα οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε απεικονίσεις του εγκεφάλου ώστε να καταγραφούν τα επίπεδα των πρωτεïνών ταυ και β-αμυλοειδές στον εγκέφαλό τους – αμφότερες αυτές οι πρωτεΐνες θεωρούνται βιοδείκτες της νόσου Αλτσχάιμερ.
Αναλυτικότερα επίπεδα βιταμίνης D της τάξεως των 30 νανογραμμαρίων ανά χιλιοστόλιτρο (ng/mL) θεωρήθηκαν υψηλά ενώ επίπεδα κάτω από αυτό το κατώφλι θεωρήθηκαν χαμηλά.